Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2014



Καλημέρα.

Μα τι προσβολή κι’ αυτή, τι αίσχος, τι απάτη!  Τι ζητούν οι σαλοί  των ουρανών, στη γης ετούτη; Προφήτες του χάους, μας χαλάνε την τάξη, την ηρεμία, την ασφάλεια, τη σιγουριά. Άχρηστοι ναρκοθέτες. Προσπαθούν να μιάνουν, ανεπιτυχώς, ευτυχώς, τις σταθερές μας.  Την ευτυχία μας καραδοκούν, που να μη ριζώσουν.

Κοσμάς Ηλιάδης

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2014

ΔΙΑΦΟΡΑ μέχρι και ΑΔΙΑΦΟΡΑ


             162

Ο ΚΑΝΕΝΑΣ

Ο Οδυσσέας θα μπορούσε, φρονώ, με τη βοήθεια των συντρόφων του, να σκοτώσει τον μεθυσμένο υπνώττοντα Πολύφημο. Σε τούτη την πιθανολογούμενη εκδοχή, θα λιγόστευαν κατά πολύ τα βάσανά του. Θα χαλούσε όμως, θα μειωνόταν  αρκετά η πλοκή του έπους. Ο Όμηρος προτίμησε αυτήν – πλουτίζοντας το έπος με φοβερές περιπέτειες, με αθάνατες εικόνες – παρά τα παθήματα του πολυμήχανου.

Υπάρχει μια δεύτερη σκέψη – απορία, που θα χαλούσε επίσης την επιθυμητή κατά τον Όμηρο, έκβαση της υπόθεσης. Πως, δηλαδή, τα χέρια του Πολύφημου, καθώς  έβγαζε προσεκτικά τα πρόβατα από τη σπηλιά, δεν σκάλωσαν σε κάποιο σκοινί, δεμένο στην πλάτη ενός προβάτου, στην κοιλιά του οποίου ήταν δεμένος ο πολυμήχανος ή κάποιος από τους συντρόφους του; Βγήκανε όλοι λάθρα, σώοι και αβλαβείς, από το καταραμένο μέρος. Στο ζήτημα που θέτω, δίνω μια δευτεροδεύτερη απάντηση. Ο κύκλωπας ήταν φρέσκος τυφλός, δεν είχε αναπτύξει ακόμη έντονα την αίσθηση της αφής. Ή ότι έβγαζε τα πρόβατα σωρηδόν, ψάχνοντας μη βγει κάτι ψηλότερο από αυτά. 
Ύστερα τυφλός
πετούσε πέτρες
στα τυφλά
για να πετύχει
τον κανένα.

Εύχομαι, ελπίζω, να μην βλέπει τα γραφόμενά μου ο Μαρωνίτης. Υπάρχουν όμως άλλοι σοφοί, εδώ πέρα. Να φυλάγομαι πρέπει, να προσέχω αυτά που γράφω.

Κοσμάς Ηλιάδης



ΔΙΑΦΟΡΑ μέχρι και ΑΔΙΑΦΟΡΑ


            161


ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

            Δέντρο καθημερινό,  καρέκλα να κάθομαι, τραπέζι να γευματίζω, τραπεζάκι να πίνω καφέ ή μπύρα, γραφείο να γράφω χαρτί,  μα  και μολύβι, μη χαθούνε λέω, - από τι μεγάλη συμφορά γλυτώνω – αυτά που ρουθουνίζουν τη σκέψη μου.  Κοντάρι για σημαίες, υποστύλωμα σε ορυχεία και ανασκαφές, στειλιάρι να σκάβω, φωτιά να θερμάνω παγωμένα άκρα, γενναίο ρόπαλο για το λιοντάρι της Νεμέας, καστρόπορτα, μπάρα, γέφυρα, πολιορκητικός κριός. Κιβωτός, κλάδος ελαίας, επί ξύλου κρεμάμενος, τα δυο σου χέρια πήρανε, βεργούλες κα με δείρανε, αρκεί να είναι  από κλαδί πλατάνου. Σταυρός  για δικαίους και αδίκους, αέτωμα οικίας, πλοίο για την Τροία, το άλογο του Οδυσσέα, τα ξύλινα τείχη της Σαλαμίνας, καράβι για γιρλάντες και λαμπιόνια, Φωτόδεντρο, το δέντρο της ζωής, το δέντρο - τέλος του χρόνου -  αρχή του νέου.

            Το δέντρο της γνώσης και ο απωλεσθής  παράδεισος,– οι θεοί δεν αγάπησαν τον άνθρωπο – φορτωμένοι ανθρώπινη κακία. Κάρφωσε τον Προμηθέα ο παλιός, βιγλάτορας Ολύμπου, στα βράχια του Καυκάσου. Έδωσε λέει στον άνθρωπο φωτιά. Τον ήθελε να ζει σε ατέλειωτη νύχτα, σε πηχτά σκοτάδια να βουλιάζει, μην τυχόν και ανοίξει τα  μάτια του, μην δει φάρο, μη σώσει ναυαγό. Κατόπιν ο άλλος τον έξωσε από την πρώτη κατοικία, καθώς γεύτηκε καρπό από το δέντρο της γνώσης. Σκοτάδια και εδώ, σκοτάδια προόριζε, η πρώιμη θέλησή του, για τον άνθρωπο.

            Θέλουν τον άνθρωπο βουτηγμένο μες τη νύχτα, σώμα και πνεύμα – Τροικανοί και πράκτορες, κακέκτυπα αντίγραφα τους μιμούνται – Να τους έχουνε προσκυνητές, να εκλιπαρούν βοήθεια, έλεος, λες και σε κάτι φταίξανε, τόσο πολύ εγκληματικά. Τι άλλο να πω; Α, ναι, πλουτίζω από εχθρούς, γράφοντας τούτα. Από εδώ βρισιές, από  εκεί απειλές, πιο κάτω αφορισμοί, αποβολές, εκβρασμοί, δάχτυλα που πυροβολούν. Αν όλα αυτά δεν φτάνουν, θα βοηθήσουν και οι καλικάντζαροι, που πριονίζουν ακατάπαυστα το δέντρο της ζωής. Κάποιοι φίλοι, θα πικραθούν. Συμβαίνει.

            Δεν χάνω το δάσος, βλέποντας το δέντρο. Εδώ το δέντρο, το δάσος εδώ. Εδώ ο πόνος, η λύπη εδώ.

            Στους ίσκιους του δροσίστηκα, αηδονολαλιές ευφράνθηκα, γεύτηκα τους  καρπούς του, κοιμήθηκα στον ίσκιο του, στην κάψα του ασβέστη. Ένα δέντρο με περιμένει, εκεί θα κατοικήσω. Μπορεί να το έχουν κόψει, μπορεί να το λουστράρουν. Μπορεί βέβαια να είναι έφηβο, να έχει χρόνια να μεγαλώσει, να έχουμε κάποια χρόνια να μεγαλώσουμε. Ποιος να ξέρει!

Τώρα τι σκαλίζω εκεί κάτω
δεν ήρθα να το σκοτώσω
ψάχνω, ρωτώ, ζητώ να μάθω
την απαρχή του είναι μου
στις ρίζες του γυρεύοντας
την άκρη της  γενιάς μου.


Κοσμάς Ηλιάδης


Η καρέκλα στην ίδια θέση. Πάντα.  Εδώ, κάποιος άνθρωπος καθόταν.

Δεν έτριξε  το κάθισμα, δεν άδειασε το πιάτο, δεν πήρε φωτιά το πιρούνι, δεν κουδούνισε το ποτήρι. Κολλημένη η βελόνα του δίσκου στο Αχ, του Καζαντζίδη. Δεν είναι ζωή, χωρίς τη ζωή σου.


Κοσμάς Ηλιάδης

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014



ΔΙΑΦΟΡΑ μέχρι και ΑΔΙΑΦΟΡΑ

160

ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ


         Κακός άνθρωπος. Ήταν; Μήπως,  για λόγους κάποιας ανεξήγητης αμυντικής στρατηγικής, φαινόταν; Δεν βολευόταν με τίποτα, έτσι έδειχνε. Πάντα μας έκαμνε τον έξυπνο.  Χωρατατζής και σκανδαλιάρης, ανατρεπτικός, υπερόπτης, κομπαστής. Δεν  ήθελε ή δεν μπορούσε, μπορεί και τα δυο εν μέρει «και κατά τας ειδοποιούς διακρίσεις των» όπως θα έλεγε ο σοφός δάσκαλός του,   να παίξει με αληθινούς ανθρώπους. Τι να έκανε;  Μάζευε τις λέξεις, άλλες από εδώ,  περισσότερες από εκεί. Σε τάξη ή αταξία, να  κοροϊδεύει η μία την άλλη, να ειρωνεύεται η δεύτερη την πρώτη και το αντίθετο, να υποτιμά η μικρή τη μεγάλη, ή ανάποδα. Τις έβαζε να συζητάνε, πότε ακαδημαϊκά, ή τουλάχιστον προσπαθούσε,  και πότε πιο ζωντανά, να υπονομεύονται να τσακώνονται και να κυνηγιούνται  μεταξύ τους. Να φιλιώνουν,  και πάλι από την αρχή.

Έτσι περνούσε τον καιρό του. Ίσως  να ευχαριστιόταν, μπορεί να το διασκέδαζε, μπορεί να το γλεντούσε. Δεν  μάλωνε, δεν έβριζε, δεν απειλούσε, σχεδόν ούτε καν μιλούσε με ανθρώπους. Έβαζε τα παιχνιδάκια του να το κάνουν, όπως – όπως. Κάπου είχε διαβάσει για καλή δημιουργική γραφή. Για σωστό πολιτικό λόγο, καλή δημοσιογραφία, καλλίτερη τηλεόραση. Άκουσε ένα καλό απόφθεγμα (σλόγκαν το λέμε οι άλλοι) «Αίμα, σπέρμα, φόνος.» Δεν ανακατεύτηκε με αυτά. Τόσο τεμπέλης ήταν. Είχε σε ορισμένα θέματα, μια οξύνοια ανεξήγητη, διαβολική. Ήταν ολοφάνερα, ο άνθρωπος του έξω από δω, μωρέ ήταν ο ίδιος ο διάβολος. 
           Καθώς  σκέφτομαι καλλίτερα, ψυχραιμότερα, από απόσταση ικανή τα γεγονότα, με την επιβεβλημένη μετριοφροσύνη που με διακρίνει απαρέγκλιτα, μπορώ, ναι,  τώρα μπορώ να το πω ανενδοίαστα. Ναι, ήταν κακός άνθρωπος. Τι λέω τώρα; Πάλι με κυρίευσε αυτή η άχαρη  μετριοφροσύνη μου: Ήταν κάκιστος άνθρωπος, ένα μίασμα.  Ο  αέναος εγκληματίας. Διαχρονικά  υπεύθυνος, για τη δολοφονία του Σωκράτη,  τη σταύρωση του Χριστού, τη γενοκτονία των ινδιάνων, των αρμενίων, των ποντίων, των εβραίων, των γιαπωνέζων, των παλαιστινίων, των ιρακινών και όλων των καταραμένων, να μη δουν γλυκό πρόσωπο γης.

Κοσμάς Ηλιάδης